Πότε ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει σύμβαση αορίστου χρόνου

Δυο ευκαιρίες έχει ο κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου για να διεκδικήσει την πρόσληψή του με σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τον δικηγόρο – εργατολόγο Γιάννη Καρούζο.

Όπως εξηγεί στο Dikaiologitika News οι περιπτώσεις είναι:

Αν η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει συνολικά τα 3 χρόνια απασχόλησης ή
-Αν ο αριθμός των ανανεώσεων διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις ακόμη κι αν το συνολικό χρονικό διάστημα δεν έχει υπερβεί τα 3 χρόνια
Εφόσον συντρέχει η μια ή η άλλη προϋπόθεση, όπως μας εξηγεί, τότε ο μισθωτός νομιμοποιείται να ζητήσει τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του σε αορίστου χρόνου, καθώς τεκμαίρεται πως με την εργασία του επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης. Αυτό προβλέφθηκε στο νόμο 3986 του 2011.

Ταυτόχρονα όμως προβλέφθηκαν και «παράθυρα» με την χρήση των οποίων οι εργοδότες μπορούν να παρακάμψουν την υποχρέωση για μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Ειδικότερα προβλέφθηκε πως «διαδοχικές» θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.

Αυτό σημαίνει πως ο εργοδότης μπορεί να χρησιμοποιεί το κενό των 45 ημερών ανάμεσα στις δυο συμβάσεις ορισμένου χρόνου ώστε να μην τεκμαίρεται πως αυτές είναι διαδοχικές κι έτσι ο μισθωτός να μην αποκτά το δικαίωμα για σύμβαση αορίστου χρόνου.

Αντικειμενικός λόγος

Με τον ίδιο νόμο προβλέφθηκαν «αντικειμενικοί» λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τον νόμο αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως όταν η πρόσληψη ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως :

-προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού,
-εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα,
-προσωρινή σώρευση εργασίας
-εκπαίδευση ή κατάρτιση
-διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση
-πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος.
Εφόσον δεν προκύπτει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την απεριόριστη ανανέωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων υπερβαίνει συνολικά τα 3 χρόνια, τότε τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης οπότε και η επιχείρηση υποχρεούται να μετατρέψει την σύμβαση σε αορίστου χρόνου. Το ίδιο συμβαίνει και αν οι διαδοχικές συμβάσεις υπερβαίνουν τις τρεις.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου

Ορισμένου χρόνου είναι η σύμβαση, όταν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει ότι η σύμβαση θα έχει ορισμένη διάρκεια. Η ορισμένη διάρκεια μπορεί να συνάγεται και από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Η σύμβαση παύει αυτοδικαίως με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, χωρίς να απαιτείται καταγγελία ή προειδοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τα μέρη. Επίσης ο μισθωτός δεν δικαιούται αποζημίωση.

Ο νόμος επίσης ορίζει, ότι θα πρέπει να υπάρχει γραπτή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου στην οποία να αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης. Αντίγραφο της σύμβασης αυτής θα πρέπει να επιδίδεται στον εργαζόμενο. Η έγγραφη συμφωνία ωστόσο δεν είναι απαραίτητη, όταν η ανανέωση της σύμβασης έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 10 εργάσιμων ημερών.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης